Ντοκούμέντο: ο σύζυγος και ο γιος της σπουδαίας ηθοποιού για πρώτη φορά σε μια κατάθεση ψυχής!

Από τον Νίκο Νικόλιζα

Υπήρξε ο βασιλιάς του πουκάμισου στην Ελλάδα με 350 εργαζομένους υπό την επίβλεψή του, εργοστάσια δικά του, μαγαζιά στα πιο κεντρικά σημεία της Αθήνας με ένα πελατολόγιο που αριθμούσε χιλιάδες πελάτες σε όλη την Ελλάδα. Από τα εργοστάσια του έβγαζε στο εμπόριο 2000 πουκάμισα ημερησίως και όλοι μιλούσαν για εκείνον.
Η φίρμα “Κ. Μαρούσης” τις δεκαετίες του  ΄70 και του΄80 πρωτοστατούσε παντού και κυρίως στους κοσμικούς κύκλους. Ώσπου, το 1991, οι φοιτητικές εξεγέρσεις και η πυρπόληση των καταστημάτων του, έφεραν αλυσιδωτές αντιδράσεις στον σπουδαίο επιχειρηματία Δημήτρη Μαρούση, με αποτέλεσμα ο ίδιος να καταστραφεί οικονομικά και να φτάσει μέχρι και τα κάγκελα της φυλακής για χρέη προς το δημόσιο με υπαίτιο το ίδιο το κράτος. Σήμερα ο 75χρονος Δημήτρης Μαρούσης, σύζυγος της πάλαι ποτέ ντίβας του θεάτρου και κινηματογράφου Μέμας Σταθοπούλου, μιλάει για πρώτη φορά για την πολυτάραχη ζωή του η οποία από τη μιά στιγμή στην άλλη έμελλε να ισοπεδωθεί! Στην ίδια συνέντευξη μιλάει και ο γιος του Κωνσταντίνος για την σπουδαία ηθοποιό μητέρα του!
Καταρχήν κ. Μαρούση θα σας ξεκινήσω από την σύζυγό σας, την Μέμα Σταθοπούλου. Πως γνωριστήκατε;
Με την Μέμα γνωριστήκαμε σε ένα ιστορικό στέκι της λεωφόρου Αλεξάνδρας το “Ιμπέριαλ”. Ήμασταν με μια καλλιτεχνική παρέα και έτσι έγινε ο δεσμός μας. Πρέπει να ήταν το 1973.
Η Μέμα ήταν μεγάλο όνομα εκείνη την εποχή;
Από τα πρώτα ονόματα ανάμεσα στους ηθοποιούς. Είχε τελειώσει ο δεσμός της με τον Θάνο Λειβαδίτη και αρχίσαμε να συζούμε μαζί. Έτσι αποφασίσαμε κάποια στιγμή να παντρευτούμε. Εγώ τότε ζούσα στην Πεύκη και της άρεσε εκεί το περιβάλλον. Εκεί πήγαν σχολείο και τα δύο παιδιά μας.

Στο γάμο τους Δημήτρης Μαρούσης και Μέμα Σταθοπούλου

Ήταν ανοιχτός άνθρωπος η Μέμα, σας αποκάλυπτε πράγματα για την ζωή της;
Αυτά που ήθελε. Της τα έβγαζες με το τσιγκέλι.
Τι σας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ανεβήκατε τα σκαλιά της εκκλησίας;
Ενώ ήταν από τα καλύτερα ονόματα στο θέατρο και τον κινηματογράφο, ήταν ο πιο απλός άνθρωπος της γης. Σκεφτείτε ότι Κυριακή βράδυ αμέσως μετά το θέατρο πήγαινε στους γονείς της στην Πάτρα και έμενε εκεί ένα εικοσιτετράωρο. Της Μέμας της άρεσε η οικογενειακή θαλπωρή, τα ταβερνάκια, τα πολύ ήσυχα πράγματα. Η Μέμα ήταν δουλειά σπίτι, σπίτι δουλειά. Και πολύ μορφωμένη γυναίκα. Διάβαζε ότι βιβλίο έπεφτε στα χέρια της.

Γιατί χωρίσατε;
Κάπως ασυμφωνία χαρακτήρων μπορείς να το πεις. Η Μέμα κολλούσε σε κάποια πράγματα και υπήρχαν κάποιες εντάσεις. Χαζοεντάσεις θα έλεγα χωρίς λόγο και αιτία. Μετά η Μέμα έφυγε και πήγε στην Πάτρα στους γονείς της και μετά από καμιά δεκαριά χρόνια είπαμε: “αλήθεια, γιατί χωρίσαμε εμείς οι δύο;” Δεν υπήρχε ουσιαστικός λόγος!
Η Μέμα πέθανε από καρκίνο, αν δεν με απατάει η μνήμη μου…
Από καρκίνο που είχε στο στήθος. Θα μπορούσε να είχε σωθεί αν πήγαινε στους γιατρούς, όμως δεν πήγαινε. Είχαμε χωρίσει τότε, αλλά είχαμε άψογες σχέσεις μέχρι και τον θάνατό της. Μην ξεχνάτε είχαμε δύο παιδιά και μόλις το έμαθα την πήρα τηλέφωνο. Της είπα: “Μέμα, έχεις παιδιά, έχεις υποχρεώσεις. Πρέπει να πας στο γιατρό”. Και έτσι πείστηκε και πήγε στον γιατρό. Πίστευε ότι θα το ξεπεράσει από μόνη της, γιατί η Μέμα ήταν αντράκι. Δεν τα κατάφερε όμως!

Με τον Γιάννη Βόγλη

Ήσασταν ένας από τους πιο επιτυχημένους επιχειρηματίες στον χώρο του πουκάμισου. Πως πέσατε έξω;
Υπάρχουν πολλές ερμηνείες στη λέξη “έπεσες έξω”. Γιατί τα χρήματα ενός επιχειρηματία τα λεφτά που κρατάει στα χέρια του, δεν είναι δικά του. Εμείς εκείνη την εποχή δουλεύαμε με επιταγές και με τον λόγο που δίναμε και ήταν συμβόλαιο. Δεν έκανα ποτέ μεγάλη ζωή. Δούλευα από το πρωί μέχρι το βράδυ χωρίς σταματημό. Και απέναντι στους υπαλλήλους δεν καθυστέρησα ούτε μια μέρα, το μισθό τους. Ήμουν μια χαρά μέχρι την ημέρα που ξέσπασαν τα γεγονότα του ΄91 με τις εξεγέρσεις. Το ένα κατάστημα το είχα Πανεπιστημίου 62. Στην απέναντι γωνία ήταν τα γραφεία πολιτικού κόμματος. Πέταξαν τότε  καπνογόνα, έγιναν διαδηλώσεις και κάηκε το κεντρικό μου κατάστημα. Από εκεί άρχισαν τα μαρτύρια. Έπαθα 2 εκατομμύρια ευρώ ζημιά. Υπάρχουν όλα εγγράφως με υπουργικές αποφάσεις. Και το φινάλε είναι να μπω και δύο φορές φυλακή.
Γιατί;
Από χρέη προς το δημόσιο, τα οποία δεν μπορούσα να πληρώσω, αφού καταστράφηκε ο κεντρικός κορμός της αλυσίδας των καταστημάτων μου. Και σκεφτείτε ότι με την ευρωπαϊκή νομοθεσία θεωρείται εγκληματική ενέργεια.

Με την Δέσποινα Στυλιανοπούλου

Πόσο καιρό μπήκατε φυλακή; 
Την πρώτη φορά μπήκα 30 μέρες και την δεύτερη 10 μέρες.
Πως είναι να είστε από βασιλιάς του πουκάμισου, φυλακισμένος;
Όταν με έπιασαν την πρώτη φορά, τρελάθηκα. Το 1996 ξεκινήσαμε τα δικαστήρια και η πρώτη απόφαση βγήκε το 2012. Πήραμε κάποιες αποζημιώσεις τα οποία όλα τα χρήματα πήγαν, για να ξεχρεώσω και πάλι το κράτος. Και σήμερα ακόμα πληρώνω αποφάσεις στην εφορία, για να μην ξαναπάω φυλακή. Μου ζητάνε χρήματα για την επιχείρηση που καταστράφηκε το 1991 με υπαιτιότητα του ίδιου του κράτους.

Όταν έγιναν τα γεγονότα το 1991 και καταστράφηκε ο Δημήτρης Μαρούσης

Η σύζυγός σας η Μέμα, τι έλεγε για όλα αυτά που περάσατε;
Στεναχωριόταν πολύ.
Και ξαφνικά μετά τον θάνατο της Μέμας, μετά την δική σας οικονομική καταστροφή, σκοτώνεται και η κόρη σας…
Υπέροχο πλάσμα, όμως άτυχη. Έμεινε 50 μέρες στην εντατική και μετά “έφυγε”!

Ο Δημήτρης Μαρούσης μαζί με τον γιο του Κωνσταντίνο

 

«Η μάνα μου, η Μέμα Σταθοπούλου»

Τι άνθρωπος ήταν η Μέμα Σταθοπούλου, Κωνσταντίνε;
Η μητέρα μου ήταν πολύ ειλικρινής άνθρωπος, σταράτος, ντόμπρος και δίκαιος. Δεν έπαιζε με τις λέξεις, δεν κρυβόταν. Και σε μένα και στην αδερφή μου, μας έδωσε τα καλύτερα εφόδια.
Έφυγε από τη ζωή στις 17 Οκτωβρίου του ΄99. Δύσκολη χρονιά για εσάς…
Χάσαμε την γη κάτω από τα πόδια μας. Ο φονικός σεισμός του ΄99 έγινε τον Σεπτέμβρη. Θυμάμαι τότε την πήρα με το αυτοκίνητο και την πήγα στην Πάτρα που ήταν οι γονείς της και παππούδες μου. Είχε κάνει ο καρκίνος παντού μεταστάσεις και ο καθηγητής της, ο Κοσμίδης μας είπε «πάρε την μαμά σου και πήγαινέ την σπίτι σας. Τουλάχιστον να φύγει κοντά στους δικούς της ανθρώπους». Κάπως έτσι μέσα σε ελάχιστο διάστημα έπρεπε να καταλάβουμε πως η μάνα μου φεύγει και πρέπει να το κατανοήσω.

Έξω από το σινεμά!

Σας έλεγε παρασκήνια από τις ταινίες που πρωταγωνιστούσε;
Ναι και ήταν πολύ παραστατική σε όσα μας έλεγε. Μια φορά μας έλεγε τα παρασκήνια από μια ταινία που σκηνοθετούσε ο Φώσκολος και έπαιζε η μάνα μου. Θυμόταν πως για να βγει αυτή η ταινία σαν αληθινή, κόντεψε να πνιγεί μέσα στο ποτάμι που γίνονταν τα γυρίσματα.
Υπήρχαν ηθοποιοί που ήταν κοντά με την μητέρα σου;
Εγώ θυμάμαι πάρα πολύ καλά τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο που ερχόταν στο πατρικό της σπίτι στον Άγιο Βασίλειο Πάτρας και παίζανε χαρτάκι για να περνάει η ώρα. Την λάτρευε την μητέρα μου ο Νιόνιος.
Έφυγε πολύ νωρίς από το επάγγελμα. Προσπάθησε να επανέλθει σε αυτό;
Από το επάγγελμα έφυγε νωρίς για να μεγαλώσει εμάς και να είναι κοντά με την οικογένειά της. Κάποια στιγμή προσπάθησε να επανέλθει στα μέσα της δεκαετίας του ΄90. Έκανε και γυρίσματα για ένα σήριαλ με τον Παύλο Ευαγγελόπουλο με τίτλο «Σ΄αγαπώ» αλλά δεν ευοδώθηκε αυτή η προσπάθεια. Προσπαθούσε, προσπαθούσε να επανέλθει και γυρίζει μια μέρα και μου λέει: «παιδί μου, δεν είναι όπως το άφησα το επάγγελμα». Μιλούσε πάντως με τα καλύτερα λόγια για τον Νίκο Κούρκουλο που ήταν διευθυντής του Εθνικού θεάτρου γιατί ήταν ο μόνος που προσπάθησε να την βοηθήσει να επανέλθει στο επάγγελμά της..
Είχε επαφές με άλλους συναδέλφους της;
Με την Άννα Φόνσου και τον Θάνο Λειβαδίτη. Κανέναν άλλο!

Η Μέμα Σταθοπούλου λίγο πριν φύγει από τη ζωή

Την είδηση πως έχει καρκίνο, πως στην μετέφερε;
Δεν μου το είπε η ίδια, αλλά η γιαγιά μου. Μου τηλεφώνησε και μου είπε: «Κωνσταντίνε κατέβα κάτω στην Πάτρα, υπάρχει θέμα με την υγεία της μαμάς σου». Ήταν Αύγουστος του ΄98. Πηγαίνω στην Πάτρα και της λέω: «μάνα τι συμβαίνει;» Μου λέει «ότι σου είπε η γιαγιά σου». Είχε ήδη χαθεί χρόνος όμως…
Θυμάσαι ποια ήταν τα τελευταία της λόγια;
Την είχαμε στο σπίτι. Δεν ήθελε να βλέπει κόσμο. Δέκα μέρες πριν πεθάνει και ενώ ο καρκίνος έχει κάνει παντού μεταστάσεις και δεν μπορεί να περπατήσει καθόλου είχε πλήρη διαύγεια. Εκείνο το απόγευμα είχε πιάσει στα χέρια της ένα βιβλίο και διάβαζε. Παρατάει το βιβλίο και πιάνουμε μια κουβέντα που τελείωσε την επόμενη μέρα το πρωί. Εκεί μου μίλησε για όλη τη ζωή της. Πάνω στην κουβέντα μου λέει: «ωραίος άνθρωπος ο πατέρας σου. Να τον προσέχεις». Λίγο πριν τελειώσουμε την κουβέντα, μπήγει τα νύχια της στο χέρι μου και με δύναμη μου λέει: «παιδί μου, πρόσεχε στη ζωή σου. Πρόσεχε στη ζωή σου».