Τα μυστικά που σημάδεψαν τη ζωή της Μαρίας Κάλλας {Σαν σήμερα γεννήθηκε}

«Μισώ κυρίως την ικανοποιημένη μετριότητα» είχε πει πριν πολλά χρόνια η Μαρία Κάλλας, όταν μεσουρανούσε. Έχουν περάσει κιόλας 43 χρόνια από τον θάνατό της και 700.000 δίσκοι ετησίως πωλούνται ανα τον κόσμο, δείχνοντας πως το ταλέντο της, μένει αναλλοίωτο στην διαχρονικότητα του μύθου της. Ένα ταλέντο που η πολυτάραχη ζωή της, το εμπλούτισε με πολλά στοιχεία, ενώ την έκανε μύθο από αυτούς που δεν θα μπορέσει ποτέ να υπάρξει στο μέλλον.

Η Μαρία Καλογεροπούλου με την οικογένειά της

Η Μαρία Καικίλια Καλογεροπουλου, γεννήθηκε το βράδυ της 2ας Δεκεμβρίου 1923 στη Νέα Υόρκη. Οι γονείς της Γιώργος και Ευαγγελία Καλογεροπούλου που μετανάστευσαν από το Νεοχώρι Ιθώμης Μεσσηνίας προσπάθησαν να προσαρμόσουν την ζωή τους στα νέα δεδομένα της Αμερικής. Το 1931 παίρνει τα πρώτα μαθήματα πιάνου και σολφέζ. Κοριτσάκι ακόμα και κάτω από την πίεση της μητέρας της, μαθαίνει όλο και περισσότερα για την μουσική και για την όπερα. Το 1937 φεύγει με την μητέρα της για την Αθήνα και εκεί αρχίζει μαθήματα τραγουδιού στο Εθνικό Ωδείο. Από το 1939 η Μαρία μπροστά στους συμμαθητές της και αργότερα ακόμα και σε στρατιώτες δίνει τα δικά της ρεσιτάλ που αφήνουν εποχή. Τον Σεπτέμβριο του 1945 η μεγάλη ντίβα της όπερας φεύγει και πάλι για την Αμερική. Οι γονείς της χωρίζουν και η Μαρία βρίσκεται στο πλευρό του πατέρα της. Η μητέρα της, δεν το βλέπει αυτό με καλό μάτι. Το 1949 η Μαρία γνωρίζει τον βιομήχανο Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι και τον παντρεύεται, ενώ ο ίδιος θα είναι και ο ιμπρεσάριός της μέχρι το 1957 όπου χωρίζουν.

Τότε έμελλε να γνωρίσει και τον Αριστοτέλη Ωνάση στην Βενετία, στο πάρτι που είχε διοργανώσει προς τιμήν της, η δημοσιογράφος Έλσα Μάξγουελ. Ο έρωτάς τους είναι παράφορος και όλα τα διεθνή μέσα μαζικής επικοινωνίας μιλούν για το ιστορικό γεγονός. Εν τω μεταξύ ι πιέσεις της μητέρας για να της στέλνει χρήματα σστην Ελλάδα όπου βρισκόταν ήταν αφόρητες. Όταν η Μαρία στέλνει μια επιστολή στην μητέρα της, ότι θα έπρεπε να δουλέψει αντί να την χρηματοδοτεί εκείνη, γράφει ένα βιβλίο με όλα τα καλά και τα άσχημα της Μαρίας. Το βιβλίο στην Αμερική και στο Λονδίνο που κυκλοφορεί δεν έχει μεγάλη απήχηση. Όμως οι δεσμοίαίματος με την μητέρα της έχουν ήδη κοπεί.
Το 1960 η ντίβα της όπερας ανοίγει για τελευταία φορά την σεζόν στην Σκάλα του Μιλάνο με τον Πολιούτο και την ίδια χρονιά ερμηνεύει Νόρμα στην Επίδαυρο. Το 1965 εγκαταλείπει γιαα πάντα την σκηνή. Μόλις το 1969 υποδύεται και πάλι την Μήδεια στην ομώνυμη ταινία του Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Η ταινία δεν έχει καμιά επιτυχία γεγονός που την απογοητεύει, ενώ ο Ωνάσης ήδη βρίσκεται στην αγκαλιά της Τζάκυ Μπουβιέ Κένεντυ και παντρεύονται. Αυτό μαζί με τον θάνατο του έλληνα κροίσου το 1975 είναι τα μοιραία χτυπήματα που την στέλνουν το 1977 στο θάνατο.

Προσπαθήσαμε, αναζητήσαμε και βρήκαμε μερικά από τα πιο καυτά περιστατικά που σημάδεψαν την πολύκροτη ζωή της. Πολλά από αυτά, άγνωστα στο ευρύ κοινό αποδεικνύουν περίτρανα πως η Μαρία Κάλλας κατόρθωσε να χτίσει τον μύθο της, μέσα από την πολύπλευρη προσωπικότητά της!

-Είναι Αύγουστος του 1957, όταν η σοπράνο αρνήθηκε να τραγουδήσει στο Ηρώδειο την προσδιορισμένη ημέρα, γιατί όπως έλεγε «δεν θα τραγουδούσε καλά». Λίγο πριν από την ώρα του ρεσιτάλ, την επισκέφτηκε ένας υπουργός για να την μεταπείσει. «Τα ξέρετε ότι υπάρχει κίνδυνος να πέσει η κυβέρνηση αν δεν τραγουδήσετε απόψε» της είπε. «Το ξέρετε ότι αν τραγουδήσω απόψε υπάρχει κίνδυνος να πέσει η Κάλλας» του απάντησε εκείνη αποστομώνοντας τον!

-Στα μέσα της δεκαετίας του ΄50 η Μαρία Κάλλας συναντιέται σε ένα γεύμα στη Νέα Υόρκη με την δημοσιογράφο Έλσα Μάξγουελ. Η Μάξγουελ ήταν φανατική θαυμάστρια της επίσης διάσημης σοπράνο Τεμπάλντι. Η δύο γυναίκες αφού συστήθηκαν κάθισαν στα διπλανά καθίσματα. Ένας από τους παρευρισκόμενους ρωτάει την δημοσιογράφο αν πιστεύει πως η Τεμπάλντι ήταν η καλύτερη τραγουδίστρια στον κόσμο. «Φυσικά είναι» απαντάει εκείνη χωρίς να διστάσει απέναντι στην Μαρία Κάλλας. Η ελληνίδα σοπράνο ατάραχη, ζήτησε από τον κύριο που έκανε την ερώτηση στην Μάξγουελ, να την συστήσει καλύτερα στην δημοσιογράφο. «Επιμένετε να με γνωρίσετε και μετά από αυτό που είπα;» της λεει η Μάξγουελ. «Εκτιμώ τους ανθρώπους που λένε ειλικρινά αυτό που πιστεύουν» απαντάει η Κάλλας. Έπειτα από μια ώρα έσπασε ο πάγος και οι δύο γυναίκες γνωρίστηκαν για τα καλά. «Πιστεύεις στ αλήθεια ότι η Τεμπάλντι είναι καλύτερη από μένα;», «Ναι το πιστεύω» απάντησε η Μάξγουελ για να της ανταπαντήσει η Κάλλας: «ελπίζω να σε κάνω να αλλάξεις γνώμη». Από τότε η Έλσα Μάξγουελ έγινε φανατική θαυμάστρια της Μαρίας γράφοντας για την ελληνίδα σοπράνο τι καλύτερες κριτικές, ενώ την παρακολουθούσε σε κάθε όπερα που τραγουδούσε.


-Ο επαγγελματισμός της Κάλλας πολλές φορές την οδήγησε σε διαπληκτισμό με διαφόρους συναδέλφους της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι, όταν μια βραδιά στη «Μετροπόλιταν Όπερα» της Νέας Υόρκης τραγουδούσε Λουτσία ντε Λαμερμούρ με τον Ιταλό τενόρο Έτζο Σορντέλο. Η πρώτη πράξη κύλησε ομαλά. Στην δεύτερη πράξη, στο ντουέτο ο Σορντέλο άρχισε να τραγουδάει μια νότα υψηλότερα από την Μαρία. Ακολούθησε λιμπρέτο. Όπως ήταν φυσικό, η φωνή της καλύφθηκε από την φωνή του τενόρου. Τότε του έσφιξε το χέρι και του είπε απότομα: «Μπάστα» δηλαδή «φτάνει». Οι θεατές που βρίσκονταν στις πρώτες θέσεις, αντιλήφθηκαν το περιστατικό αλλά παρανόησαν την λέξη «Μπάστα» με το «Μπάσταρδος». Ακολούθησαν ψίθυροι στην αίθουσα και η αυλαία έπεσε μέσα σε γενική σύγχυση. Μόλις έπεσε η αυλαία η Κάλλας στράφηκε στον Σορντέλο και του είπε: « είναι τελευταία φορά που εμφανίζεσαι δίπλα μου». Στη συνέχεια ο Σορντέλο απολύθηκε από τον διευθυντή της όπερας κάτι που έλεγαν πως η Μαρία είχε βάλει το «χεράκι» της!

Όταν συνάντησε την Μέριλυν Μονρόε

-Ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην καριέρα της ελληνίδας σοπράνο είναι, όταν τραγούδησε στη Ρώμη. Ο Τοσκανίνι είχε πει κάποτε: «Για να καθιερωθείς πρέπει να περάσεις από την Σκάλα». Αυτή η φράση είχε πικράνει τους κατοίκους της Ρώμης που δεν ήθελαν να παραδεχτούν ότι το Μιλάνο είχε το πιο ξακουστό θέατρο, ενώ οι δική τους όπερα περνούσε σε δεύτερη τύχη. Αυτός ήταν και ο λόγος που ζήτησαν τη Μαρία Κάλλας να τραγουδήσει στη Ρώμη. Οι διαπραγματεύσεις για το υπέρογκο ποσό που ζητούσε η ελληνίδα σοπράνο, κράτησαν μήνες. Το ποσό δόθηκε, αλλά για να καλυφθούν τα έξοδα, αυξήθηκε η τιμή του εισιτηρίου. Όταν σηκώθηκε αυλαία ανάμεσα στα χειροκροτήματα, ακύστηκαν και μερικά σφυρίγματα από το υπερώο. Το γεγονός αυτό ενόχλησε τον Πρόεδρο της Ιταλικής Δημοκρατίας Γκρόνκι που είχε πάει να την τιμήσει. Εκείνη την εποχή η Μαρία Κάλλας υπέφερε από μια βρογχίτιδα που καταπολεμούσε με φάρμακα. Έτσι, η φωνή της δεν ήταν αυτή που περίμενε να ακούσει το κοινό, δηλαδή την μεγάλη Μαρία Κάλλας με τις απίστευτες φωνητικές δυνατότητες. Στο τέλος της Α΄πράξης ανάμεσα στα τυπικά χειροκροτήματα ακούστηκαν και μερικές φωνές να λένε: «πληρώσαμε τόσα για να δούμε αυτό;». Η Μαρία μετά από αυτό κλείνεται στο καμαρίνι της και δηλώνει κατηγορηματικά: «δεν τραγουδάω άλλο». Στα παρασκήνια κυριαρχεί ο πανικός. Μάταια ο διευθυντής της ορχήστρας την ικετεύει. Το διάλειμμα παρατείνεται. Το κοινό αδημονεί. Ο ίδιο και ο πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας. Ο διευθυντής της σκηνής της ζητάει μια τελευταία χάρη: να την συναντήσει ο πρόεδρος. «Δεν βλέπω τον λόγο. Το μόνο που θέλω είναι έναν γιατρό» λέει εκείνη. Το σκάνδαλο στην Ιταλία δεν έχει προηγούμενο. Μια από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της εποχής, η Κοριέρε ντέλα Σέρα γράφει «Η ντίβα προσέβαλε τον πρόεδρο». Η υπόθεση φτάνει στο κοινοβούλιο και ένας βουλευτής ζητάει να κηρυχθεί ανεπιθύμητο πρόσωπο η Κάλλας στην Ιταλία. Η υπόθεση θα καλυφθεί με μια ευγενική επιστολή της Μαρίας στον Πρόεδρο της Ιταλικής δημοκρατίας, εξηγώντας του την περίσταση.

Σε διάφορες φάσεις της ζωής της

-Το 1960 και ενώ υπήρχαν προστριβές με την οικογένειά της, η μητέρα της κυκλοφορεί στην Αμερική και στο Λονδίνο ένα βιβλίο που αναφέρεται στην ζωή της σπουδαίας κόρης της. Αυτά που γράφει μέσα είναι τόσο «στυγνά» για την Μαρία που η ελληνίδα σοπράνο κόβει κάθε επαφή με την οικογένειά της. Μόλις μερικά χρόνια πριν πεθάνει η ντίβα φτιάχνουν οι σχέσεις με την μεγαλύτερη αδερφή της, την Τζάκυ χωρίς ωστόσο οι δεσμοί του αίματος να έχουν επουλώσει τις πληγές που άφησε πίσω το παρελθόν. Όταν η Μαρία Κάλλας πεθαίνει η μητέρα της κα η αδερφή της το μαθαίνουν από τα ΜΜΕ. Ο θόρυβος που δημιουργήθηκε στο Παρίσι που η μητέρα δεν πήγε στην κηδεία της κόρης της ήταν τόσο μεγάλος που ακόμα και σήμερα σχολιάζεται κάθε 16 Σεπτεμβρίου που είναι μέρα μνήμης για την Μαρία Κάλλας. Λίγα χρόνια αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 η μαμά Καλογεροπούλου πεθαίνει. Πολλοί λένε από την στεναχώρια της από τον θάνατο της πολυαγαπημένης της κόρης.

-Κάποτε ρωτούν δημοσιογράφοι των διεθνών ΜΜΕ αν ένιωθε κάποια ιδιαίτερη συγγένεια με την Μήδεια. Εκείνη με υψωμένο ανάστημα και κοιτώντας όλους στα μάτια τους λεει: «Ναι, αλλά η Μήδεια δεν είναι Ελληνίδα, ας το ξεκαθαρίσουμε αυτό. Πολλοί άνθρωποι, ακόμα και κριτικοί κάνουν αυτό το σφάλμα, να λένε πως η Μήδειά μου, δεν έχει τίποτα το ελληνικό πάνω της. Η Μήδεια είναι το μόνο πρόσωπο της όπερας που δεν είναι ελληνικό. Είναι μια βάρβαρη πριγκίπισσα από την Κολχίδα…»

Με τον Αριστοτέλη Ωνάση

-Σε ένα από τα ταξίδια που κάνει ο Αριστοτέλης Ωνάσης μαζί με την σύζυγό του Τίνα Λιβανού με την θαλαμηγό «Χριστίνα» στην Ιταλία προσκεκλημένοι είναι και το ζεύγος Κάλλας- Μενεγκίνι. Τα δύο ζευγάρια δεν έχουν χωρίσει ακόμα. Το πάρτι με τις Γαλλικές σαμπάνιες που δίνει στην πλώρη ο έλληνας κροίσος κρατάει μέχρι τις πρώτες πρωΐνές ώρες. Η Τίνα Λιβανού και ο Μπατίστα Μενεγκίνι πηγαίνουν για ύπνο. Ο Αρίστος και η Μαρία μένουν μόνοι. Εκεί φουντώνει ο έρωτάς τους και παίρνουν την απόφαση να χωρίσουν.

Η Τέφρα της Μαρίας Κάλλας

-Η τέφρα της Μαρίας Κάλλας το 1977 λίγες ημέρες μετά τον θάνατό της σκορπίζεται στο Αιγαίο από το αντιτορπιλικό Τρουπάκης. Οι υπολογισμοί όμως δεν έχουν γίνει σωστά και ο αέρας φυσάει ανάποδα. Έτσι η στάχτη πέφτει και πάλι μέσα στο αντιτορπιλικό, ενώ τα διεθνή ΜΜΕ θα γράψουν την εποχή εκείνη: «ακόμα και η Μαρία δεν ήθελε να αποχωριστεί την ζωή τόσο πρόωρα. Τόσο ξαφνικά».

-Τα ενθυμήματα της ελληνίδας «θεάς» αμέσως μετά τον θάνατό της, διασκορπίστηκαν στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη. Άλλα μετέφεραν με κούτες οι δικοί της άνθρωποι στην Ελλάδα και άλλα τα πήραν οι τρεις αγαπημένοι της υπηρέτες. Τώρα μέσα από πλειστηριασμούς, έχουν πάει σε φανατικούς συλλέκτες της ντίβας.

Νίκος Νικόλιζας