Δημήτρης Ιβανώφ : «Η Βλαχοπούλου, η Βασιλειάδου και όλοι οι άλλοι…»

O σπουδαίος χορογράφος σε κλασσικά κοστούμια μεγάλων θεατρίνων

Από τον Νίκο Νικόλιζα

Είναι ο άνθρωπος που η ερωμένη του Κεμάλ Ατατούρκ, Ζωζώ Νταλμάς, του άφησε τα πνευματικά της δικαιώματα, μιας και εκείνος την πρόσεχε μέχρι την τελευταία στιγμή πριν κλείσει τα μάτια της. Μαζί με τον Αρτέμη Μάτσα, την δεκαετία του ΄80 έκαναν μια σειρά από εκπομπές στην κρατική τηλεόραση με τιτλο «Τα φωτα της ράμπας δεν σβήνουν ποτέ» παρουσιάζοντας όλους τους παλιούς καλλιτέχνες και την πολυτάραχη ζωή τους.
Ο χορευτής και χορογράφος Δημήτρης Ιβάνωφ, ευτύχησε να τους γνωρίσει όλους. Από την Δανάη Στρατηγοπούλου και την Βέμπω, μέχρι την Ρένα Βλαχοπούλου και τον Βασίλη Αυλωνίτη. Ο ίδιος αυτοβιογραφείται στο RespectNews.gr και μιλάει για τις συγκλονιστικές στιγμές που έζησε με όλους τους μύθους! «Γεννήθηκα στον Πειραιά, στην Καστέλλα, από γονείς Έλληνες πρόσφυγες της Ρωσσίας. Η μητέρα μου είχε έναν πολύ πλούσιο θείο από την Οδυσσό, ο οποίος είχε προβλέψει ότι θα γίνουν εξεγέρσεις στην Ρωσσία και έτσι από πολύ νωρίς πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Στην οικογένειά μας είχαμε μια θεία, η οποία ήταν σπουδαία χορεύτρια. Από εκεί έχω και εγώ αυτό το dna του χορευτή».

-Πόσο δύσκολα ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
«Πολύ. Γιατί γνώρισα και τα προπολεμικά χρόνια και τα Δεκεμβριανά. Είχαμε ένα σπίτι σαν παλάτι στην Καστέλλα, το οποίο πουλήσαμε για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε».

-Πότε πήρατε το «βάπτισμα του πυρός»;
«Στο θέατρο «Χρυσοστομίδη» στον Πειραιά. Ήμουν δεν ήμουν 7 ετών. Εκεί έπαιζε η πρώτη σύζυγος του Βεάκη, η σπουδαία πρωταγωνίστρια Μαρία Βεάκη, όπου υποδυόμουν το παιδί της. Και εκεί συνέβη ένα ωραίο περιστατικό. Παρουσιαζόταν η Μαρία Βεάκη σα μάνα μου κλεισμένη μέσα στη φυλακή και έπρεπε να πω «μάνα γιατί σε χάσαμε από το σπίτι;» Μια παραμάνα λοιπόν που είχαν βάλει στο κουστουμάκι μου, καρφώθηκε στο στήθος μου. Και όπως με αγκαλιάζει η υποτιθέμενη μάνα μου, από τον πόνο γυρίζω και της λέω: «θείτσα μου, με πονάς». Γυρίζει γελώντας η Βεάκη και μου λέει: «δεν είμαι η θεία σου, είμαι η μάνα σου».

-Ήσασταν καλός μαθητής;
«Πρώτος σε όλες τις τάξεις. Και έτσι με άριστα μπήκα και στην σχολή της κορυφαίας χορογράφου Λουκίας Κωτσοπούλου που δίδασκε η ίδια και η Τατιάννα Βαρούτη.  Από εκεί βγήκα εγώ, η Ελένη Προκοπίου, η Μάρθα Καραγιάννη και πολλοί άκόμα. Και από εκεί αμέσως με παίρνουν στο θέατρο «Ολύμπια Πειραιώς» στην επιθεώρηση «Έξω οι Άγγλοι». Και εκεί η πρώτη μου παρτενέρ ήταν η Ελένη Προκοπίου, η οποία αν ήταν στην Ρωσσία, θα ήταν η καλύτερη χορεύτρια του κόσμου. Και αμέσως μετά πάλι με την Προκοπίου μεταπηδάμε στο «Μοκάμπο Λίντο» ένα κέντρο της εποχής με τεράστια επιτυχία. Όμως…καλοθελητές υπάρχουν παντού, οι οποίοι θέλησαν από την πρώτη στιγμή να με φάνε. Γιατί τότε έλεγαν «βγήκε ένας νέος χορευτής που πετάει, δεν χορεύει απλά». Και εγώ και η Προκοπίου γνωρίσαμε μεγάλη ίντριγκα από ατάλαντους καλλιτέχνες».

-Η αλήθεια είναι ότι ενώ εργαστήκατε σε δεκάδες θεατρικές παραστάσεις, δεν κάνατε πολλές ταινίες…
«Έκανα δώδεκα ταινίες, γιατί είχα ρίξει όλο το βάρος στο θέατρο. Δούλεψα όμως πολύ στην τηλεόραση. Έκανα «Τα φώτα της ράμπας δεν σβήνουν ποτέ» τα οποία άφησαν εποχή. Γιατί οι ίδιοι οι ηθοποιοί και οι καλλιτέχνες, μιλούσαν για την ζωή τους».

-Ποιος από αυτούς που γνωρίσατε, σας άγγιξε στην καρδιά και γιατί;
«Από το θέατρο για μένα μοναδικός χαρακτήρας ήταν μια παλιά δόξα της εποχής η Φωφώ Λουκά, η οποία πρωτοέφερε τις κλακέτες στην Ελλάδα και χόρευε στα θεατρικά το καλύτερο τσάμικο. Μάλιστα υπήρχε και μεγάλος ανταγωνισμός με τις αδερφές Καλουτά. Ωστόσο με αυτούς που ήμουν πολύ δεμένος ήμουν με τον Αρτέμη και Νέστορα Μάτσα που κάναμε τα «Φώτα της Ράμπας» στην κρατική τηλεόραση επι 3 χρόνια».

Με την φίλη του Ρένα Βλαχοπούλου


-Η Ρένα Βλαχοπούλου, τι άνθρωπος ήταν;

«Την έζησα όσο κανένας άλλος. Άσε τι λέει ο καθένας. Από το 1957 ήμασταν μαζί. Ξεκινήσαμε από την «Σπηλιά του Παρασκευά» και μέχρι τον θάνατό της, ήμουν εκεί κοντά της. Εγώ της έβγαλα την σύνταξη και έτρεξα για όλα, γιατί η ίδια ήταν αμελής. Ήταν καλή φίλη για μένα».

-Συνεργάστηκες και με την Γεωργία Βασιλειάδου…
«Σαν δεύτερη μάνα μου. Δεν θυμάμαι πόσες σεζόν ήμασταν μαζί και σε πόσα θεατρικά έργα. Μου άφησε φορέματα, μου άφησε πολλά προσωπικά της αντικείμενα. Τις νέες κοπέλες, τις συμβούλευε ως εξής: «να κρατάτε το χέρι σας σφιχτό. Να έχετε κομπόδεμα». Η Γεωργία πέρασε πάρα πολύ δύσκολα για να γίνει το όνομα που έγινε. Και ως πρωταγωνίστρια στον κινηματογράφο, έγινε σε μεγάλη ηλικία».

-Με τα Καλουτάκια καθόσασταν και πολύ κοντά…
«Μέναμε στην ίδια γειτονιά. Και με τα Καλουτάκια, και με την Σπεράντζα και με την Μελάγια και με την Ντιριντάουα.  Πήγαινε ο ένας στο σπίτι του άλλου καθημερινά. Είχαμε στενή επαφή και ο ένας στήριζε τον άλλον. Έτσι άλλωστε μου άφησαν και πολλά από τα προσωπικά τους αντικείμενα που έχω στην κατοχή μου. Σε ένα από τα βαριετέ της εποχής εκείνης που δούλευα στο Αιγάλεω, πρωτογνώρισα τον Φραγκίσκο Μανέλλη, την Μαίρη Λαίδου και την μετέπειτα μεγάλη στιχυουργό Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Η Παπαγιαννοπούλου ξεκίνησε ως σπουδαία ηθοποιός στο «Θέατρο του Λαού».

Με την Ζωζώ Νταλμάς


-Με την Βουγιουκλάκη, γιατί δεν συνεργαστήκατε;

«Η Αλίκη δεν με ήθελε στους θιάσους της, γιατί μου είχε ζητήσει να της δώσω τα απομνημονεύματα της Ζωζώς Νταλμάς για να την υποδυθεί και εγώ αρνήθηκα να της τα παραχωρήσω. Η αλήθεια είναι ότι η Ζωζώ Νταλμάς δεν ήθελε την Αλίκη για να παίξει την ζωή της».

-Είχαν διένεξη μεταξύ τους;
«Η Ζωζώ είχε στραβώσει με την Αλίκη, γιατί μια φορά είχε πάει στο καμαρίνι της και την  άφησε να περιμένει ώρα απέξω. Και από τότε της είχε θυμώσει η Ζωζώ της Αλίκης».

-Εσείς είστε ο νόμιμος κάτοχος των πνευματικών δικαιωμάτων για την Νταλμάς.Ήταν η ερωμένη του Κεμάλ Ατατούρκ!
«Ναι έτσι είναι. Η βιογραφία της έχει ήδη ολοκληρωθεί και είναι στα σκαριά να εκδοθεί. Την γνώρισα σε ένα βαριετέ στον Πειραιά στον θίασο της Φωφώς Λουκά. Όταν λοιπόν έφυγε από τον θίασο η Λουκά, πήραν την Νταλμάς στην θέση της. Στον θίασο αυτό ήμουν και εγώ. Καί έτσι την γνώρισα. Όταν έβγαινε στη σκηνή η Νταλμάς, έπεφτε το θέατρο κάτω από τα χειροκροτήματα. Τόσο μοναδική ήταν. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι ο Κεμάλ την ερωτεύτηκε σφόδρα, αλλά λόγω διαφορετικής θρησκευτικής ταυτότητας δεν παντρεύτηκαν ποτέ».

-Ενώ ήταν ερωμένη του Κεμάλ και είχε αποκτήσει αμύθητα πλούτη, πέθανε πάμπτωχη. Πως συνέβη αυτό;
«Θα μπορούσε να έχει την μισή Αθήνα δική της. Σκόρπιζε τα χρήματά της δεξιά και αριστερά. Δεν υπολόγιζε το χρήμα. Μέσα στα απομνημονεύματά της λέει ότι είχε γίνει νονά σε 104 βαφτίσεις και είχε κάνει 45 γάμους με προικοδότηση. Επίσης είχε δώσει πολλά λεφτά στον Ερυθρό Σταυρό, ως δωρεά. Μέσα στο βιβλίο μάλιστα αναφέρουμε, πως όταν την είχε  στο πλευρό του ο πρίγκιππας της Αιγύπτου στο παλάτι,  εκείνη του έφυγε, πήγε στη Θεσσαλονίκη και ανοικοδόμησε το «Ραχμανίκειο γηροκομείο». Απέκτησε πολλά λεφτά, τα οποία δεν κράτησε ούτε μια δραχμή. Σκέψου μόνο ότι πήγαινε κάθε λίγο στο Παρίσι {την εποχή εκείνη που στην Αθήνα υπήρχε μεγάλη φτώχια} για να αγοράζει πανάκριβες τουαλέτες. Πέθανε πάμτωχη σε έναν  οικό ευγηρίας την οποία είχα βάλει εγώ. Και μαζί με την σύνταξή της, έδινα και εγώ κάποια χρήματα για να την προσέχουν».

-Τι σας έλεγε για την καριέρα της;
«Δεν της συγχώρησαν ποτέ οι συνάδελφοί της στην Ελλάδα, ότι ήταν ερωμένη του Κεμάλ Ατατούρκ. Της είχαν κόψει και την άδεια, με αποτέλεσμα απαγορευόταν να εργαστεί. Όμως κανείς δεν λέει ότι επι Γερμανικής Κατοχής, μαζί με τον πλοίαρχο Βασίλη Λάσκο, λόγω κατασκοπίας, οι Γερμανοί την σάπισαν στο ξύλο με αποτέλεσμα να χάσει το παιδί που κυοφορούσε. Την εποχή εκείνη μάλιστα την ερωτεύτηκε ο  Γερμανός φρούραρχος και έτσι γλίτωσε την εκτέλεση».

Με τη νεαρή τότε χορεύτρια Μάρθα Καραγιάννη